Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ 

Κοροϊδεύω την ζωή και τους ανθρώπους
γιατί η ίδια πότε δεν είχε τρόπους
δεν μου επέτρεπε τον έρωτα να ζήσω
ούτε ελπίδες ποτέ να αποκτήσω

Κι αδιαφορώ
για να αντέχω να μπορώ
να’ έχω την δύναμη να αγγίζω
το λίγο που μου κατάφερα να ζήσω.

Κλείνω τα μάτια να αισθανθώ
κάθε στιγμή που μπόρεσα να θυμηθώ
και δεν υπάρχω ούτε σαν άνθρωπος
ούτε σαν σύννεφο υπάρχω.

Θα αδιαφορώ για την έλευση του νέου χρόνου
Μες τις ανταύγειες του ουρανού πια θα κρυφτώ
για να μην νιώθω την απόχρωση του πόνου
Ούτε του έρωτα τα θέλω να ζητώ.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ

Η οργή είχε φωλιάσει από χρόνια
εκείνο το χαστούκι
πόσες φορές φαντάστηκα 
τον εαυτό μου να το δίνει,

Αλλά η σκέψη μου έμεινε εκεί
μετέωρη για χρόνια
μέχρι που ξεθώριασε
στο φως του ήλιου. 

Δεν είχα μάθει 
να προσκυνώ το σκοτάδι
ούτε να πυροβολώ αυτούς 
που μου σκότωσαν τα όνειρα.

Αλλά η επιθυμία έμεινε εκεί μετέωρη
και το αποτύπωμά της 
ονειρώξεις που έρχονταν και έφευγαν 
σαν μια κατάρα.

Μέχρι που ξεθώριασε η σκέψη
η ζωή  το μίσος οι αναμνήσεις 
το φως 
Όλα χάθηκαν κι έμεινε απλά 
η ψυχή μου ξεκάθαρη
μια ψυχή φτιαγμένη από αγάπη
που δεν ήθελε να χαστουκίσει τίποτα
τίποτα που δεν άξιζε,
κι έτσι απλά προσπέρασα την οργή
και κράτησα την ψυχή μου 

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ


Είχα πολύ καιρό να πάω σε εκκλησία 

άναψα ένα κερί για σένα 

ένα για μένα

πέρασα δίπλα από το σώμα

ενός ζητιάνου που κοιμόταν στο δρόμο

και ντράπηκα για μένα για σένα

για τα χρήματα που έδωσα

για το κερί

γιατί ήθελα να προσευχηθώ για μένα

γιατί ήμουνα τόσα στεναχωρημένη

για σένα που δεν άξιζες

για μένα που φοβόμουν το αύριο

αλλά το σήμερα ήταν εκεί τυλιγμένο 

σε μια κουβέρτα στην Κοραή

στο κέντρο της ΑΘΗΝΑΣ

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΝΤΟΥ

Πάει πολύς καιρός που έβαψα τα όνειρά μου γκρίζα
Πάει πολύς καιρός  που έσκισα κάθε φωτογραφία κάθε αφίσα
Μα το κορμί μου πως  να το πετάξω
να μην θυμάται να μην νιώθει
στοιχειώνσανε τα θέλω και τα πρέπει
κι αιμορραγούν οι αναμνήσεις.
Τι να είναι άραγε πιο οδυνηρό ο θάνατος ή η ζωή.
Ξεχνάω πια, μα δεν ξεχνάω εσένα
όσο νερό κι αν έριξα  δεν σβήνει τ’ άρωμά σου απ’ το κορμί μου
Κι ούτε τα δάκρυα ξεπλύναν τη ντροπή μου
Που να κρυφτώ  
όπου κι αν πάω όπου κι αν ζω
όπου κι αν γύρω για να κοιμηθώ  παντού η μυρωδιά σου
Πιο ρούχο να φορέσω που να μην σε μαρτυράει
πιο χρώμα και πια μουσική να δω ή να ακούσω

παντού εσύ, παντού κι η απουσία σου.  

   ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ (ΕΡΙΝΥΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ) ΛΑΔΙ 0.40Χ0.40 

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

ΜΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Σβήσε το χθες και ξέχασε
ότι είχαμε λες πέθανε
κι έμενα πια διέγραψε
και τη ζωή σου χάραξε
ξανά απ' την αρχή

Μα δεν υπάρχουν άνθρωποι
να μοιάζουνε εσένα
μα δεν υπάρχει άνθρωπος
κανείς να' ναι για μένα

Ήρθες εχθές και ξεστόμισες
μια φράση μια βρισιά
άλλη έχεις βρει με ξέχασες
έκλεισε για μένα η αγκαλιά

Μα δεν υπάρχει έρωτας
που να μπορώ να ζήσω
μα δεν υπάρχει έρωτας
εσένα για να σβήσω 




Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΝΥΧΤΕΣ ΜΠΛΕ

Σε θυμάμαι να τρέμεις

σε παγκάκια να μένεις 

να υπάρχεις να ζεις

στα σοκάκια της γης

Νύχτες μπλε

σε τρεμάμενους δρόμους

χρόνια μωβ

κοντά σε υπονόμους

Σε θυμάμαι να νιώθεις

πανικό στη βροχή

σε δικάσαν να κρυώνεις

με το μπλε στην ψυχή

Και χλομιάζει ο αγέρας

που φυσάει στο παγκάκι

του κομπιούτερ το τέρας

σε δηλώνει για κάτι

Νύχτες μπλε

τ' ουρανού το δωμάτιο άδειο

κι αρρώστια στους δρόμους

ποιος να δώσει κουράγιο

Νύχτες μπλε

και τ' αστέρια φτωχά σχήματα

από ανέλπιδους κόσμους

που δεν δίνουνε χρήματα.

Νύχτες μπλε

στης Αθήνας τους δρόμους

χρόνια μωβ

με παρανόμους. 

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Κάποτε φύτρωσε ένα λουλούδι μέσα στο χειμώνα. Γύρω του

 έπεφτε χιόνι. το είδε κάποιος και το θαύμασε αλλά επειδή 

κρύωνε έμεινε στη βολή του το κοίταζε από το παράθυρο και

 το καμάρωνε. Το λουλούδι κρύωνε μα παρέμενε όμορφο

 μέσα στο χειμώνα γιατί είχε πάρει είδηση πως κάποιος το

 πρόσεχε. 

Έμεινε  εκεί να ομορφαίνει το χειμώνα του.

Οι μέρες περνούσαν και το λουλούδι άντεχε. 

Αλλά ο χειμώνας άρχισε  να φεύγει και τα πέταλα έπεσαν. 

Δίπλα στο κουρασμένο από το κρύο και το χρόνο κουφάρι 

του πια άνθισαν άλλα πολλά. αυτός που το χάζευε από το 

παράθυρο φώναξε "επιτέλους άνοιξη". 

Βγήκε έξω ούτε καν πρόσεξε το μίσχο τον χωρίς φύλλα πια 

γερασμένο ξεραμένο κοίταξε ένα  νέο λουλούδι το θαύμασε 

και μετά το έκοψε.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΠΟΥΛΙΔΟΥ